O γάμος στα Βρουβιανά - Σελίδα 3
η) Τα στέφανα:
Η διαδικασία του στεφανώματος άρχιζε ουσιαστικά την παραμονή του γάμου.
Το Σάββατο το απόγευμα άρχιζαν να φτάνουν οι καλεσμένοι. Μπροστά πήγαινε ο νοικοκύρης του σπιτιού, πίσω η γυναίκα ή η κόρη του με το κανίσκι με τα δώρα στο κεφάλι και ακολουθούσαν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας.
Αν ο καλεσμένος ερχόταν από άλλο χωριό, τότε ερχόταν καβάλα σε μουλάρι ή άλογο ανάλογα στολισμένο γιατί θα το χρησιμοποιούσε για να πάει συμπέθερος αν η νύφη ήταν ξενοχωρίτισα και το περιεχόμενο του κανισκιού το είχε σε δισάκι φορτωμένο στο ζώο.
Τη στιγμή που οι άνθρωποι του γαμπρού παραλάμβαναν τα κανίσκια, έπεφταν και μερικές τουφεκιές και με αυτόν τον παταγώδη τρόπο χαιρετούσαν τον καλεσμένο.
Τα κανίσκια ήταν πλεκτά καλάθια και μέσα είχαν σφαχτό, κουλούρι, ποτό και γλυκά. Το καλάθι αυτό το ονόμαζαν κανίσκι (κάνιστρα) μόνο όταν το χρησιμοποιούσαν στο γάμο. Τα κανίσκια τα παραλάμβαναν άντρες που από πριν είχαν οριστεί για αυτή τη δουλειά και κανόνιζαν ποια σφαχτά θα ψηθούν και ποια θα μαγειρευτούν στο καζάνι και είχαν όλη την ευθύνη της σίτισης των συμπεθέρων.
Αυτοί οι άντρες ήταν καλοί ψήστες και μάγειροι. Παλιότερα  τους ονόμαζαν βλάμηδες (χωρίς να έχουν καμία σχέση με τους βλάμηδες αδελφοποιητούς).              
Τα κρέατα ήταν άφθονα γιατί όλοι οι καλεσμένοι έφερναν και μάλιστα τα μαγειρευτά γίνονταν και πολύ νόστιμα με ρύζι και μακαρόνια.

Το βράδυ οι οργανοπαίχτες αφού κούρδιζαν τα όργανα, άρχιζαν να παίζουν απαλούς σκοπούς και σιγά σιγά το γλέντι δυνάμωνε. Οι καλεσμένοι έμπαιναν στο χορό, τα κεράσματα στους χορευτές πηγαινοέρχονταν, οι τουφεκιές έκαναν πάταγο και η χαρτούρα (τα χρήματα) έπεφτε  στους οργανοπαίκτες.                           
Κοντά στα μεσάνυχτα έστρωναν τραπέζι, το οποίο ευλογούσε ο παππάς. Έτρωγαν και έπιναν και μετά το φαγητό, συνήθως  ο παππάς με τη παρέα του έλεγε το πρώτο τραγούδι της τάβλας:
Σε τούτη ν’ τάβλα πού ‘μαστε σε τούτο το τραπέζι
τον άγγελο φιλεύουμε και το Χριστό κερνάμε
και την Παρθένα Δέσποινα την διπλοπροσκυνάμε
να μας χαρίσει τα κλειδιά, κλειδιά του παραδείσου
ν’ ανοίξω τον παράδεισο να μπω να σεργιανίσω.   
Ακολουθούν και άλλα επιτραπέζια τραγούδια, το γλέντι αργότερα ανάβει ξανά και θα σταματήσει τις πρώτες πρωινές ώρες για να συνεχιστεί μετά τα στέφανα και ως τη Δευτέρα το απόγευμα.
Ανάλογο γλέντι γινόταν και στο σπίτι της νύφης το οποίο τελείωνε όταν ξεκινούσαν για την εκκλησία για τα στέφανα.

Την Κυριακή το πρωί λίγο προτού φύγουν για την εκκλησία ξύριζαν το γαμπρό. Κάποιος που ήξερε να κουρεύει καλά  κούρευε και ξύριζε το γαμπρό. Γύρω γύρω στεκόταν μερικοί άντρες οι οποίοι αφού έριχναν μερικά κέρματα σε ένα πιάτο, τραγουδούσαν το τραγούδι:  
ασπροσυννέφιασ’  ο ουρανός, παίρνει στολίζεται ο γαμπρός
ξυράφι από τα Γιάννενα κι ακόνι από την Πρέβεζα
και το σαπούνι Αρτινό, φόντας ξυρίζουν το γαμπρό
ανάγκασε μπαρμπέρη μου, ανάγκασε το χέρι σου
κι έχουμε στράτα μακρινή, να πάμε και να ρθούμε
να πάρουμε την πέρδικα, την πενταπλουμισμένη.

Η νύφη επίσης στολίζεται λίγο πριν φύγουν για την εκκλησία. Νεαρές γυναίκες μαζεύονται γύρω της, τη στολίζουν και της τραγουδούν:
απάνω στην τριανταφυλλιά, χτίζει μια πέρδικα φωλιά
με σύρματα και με φλουριά και με σαράντα πέντε αυγά
κι αναταράχτη η πέρδικα και πέσαν τα τριαντάφυλλα
το μάθαν οι αρχόντισσες και παν να τα μαζέψουν
να κάνουν άνθινο νερό, να λούσουν νύφη και γαμπρό.
Η νύφη είναι στολισμένη αλλά ακόμα ξυπόλυτη. Έτσι όταν φτάνουν οι συμπέθεροι, ένας συγγενής του γαμπρού, συνήθως ο αδερφός του, μαζί με μερικές συμπεθέρες πλησιάζουν τη νύφη. Οι γυναίκες παρατηρούν το στόλισμα, συμμετέχουν και αυτές στις τελευταίες λεπτομέρειες ενώ ο άντρας της φοράει τα νυφικά  παπούτσια και δώρο μέσα στα παπούτσια της βάζει χρήματα.   
Τα παπούτσια στις σόλες έχουν γραμμένα με μολύβι ονόματα κοριτσιών και όποιο όνομα σβήσει σημαίνει πως αυτή η κοπέλα μέσα σε ένα χρόνο θα παντρευτεί.
Στη διάρκεια του ποδέματος η νύφη προσποιείται πως τα παπούτσια είναι μεγάλα (έχουν κενό στη φτέρνα) και ο άντρας αναγκάζεται να βάλει κι άλλα χρήματα στο κενό.
Οι συμπεθέρες τραγουδούν:
νύφη μου ποιος σε στόλισε και  σ’ ηύρα στολισμένη
η μάνα μου με στόλισε και μ’ ηύρες στολισμένη
νύφη μου ποιος σε στόλισε και σ’ ηύρα στολισμένη
πατέρας μου με στόλισε και μ’ ηύρες στολισμένη
Ακολουθούν αρκετές  τραγουδιστικές ερωταποκρίσεις μέχρι που θα ξεκινήσουν για την εκκλησία.
Όλοι λίγο πριν ξεκινήσουν για την εκκλησία φορούσαν τα καλά τους ρούχα, πολύχρωμα φορέματα οι γυναίκες, φουστανέλες οι άντρες και αργότερα κουστούμια δίμιτα με άσπρα πουκάμισα και γιλέκα. Αν η νύφη ήταν ξενομερίτισσα,  ερχόταν με άλογα και μουλάρια που και αυτά τα είχαν στολίσει με πολύχρωμες μαντανίες πάνω στα σαμάρια, πλουμίδια στα καπίστρια, σέλες κ.α.
Φυσικά δεν παράλειπαν να πάρουν τα όπλα όσοι είχαν για τις σχετικές χαρμόσυνες τουφεκιές.
Πολλές φορές οι καβαλάρηδες συμπέθεροι ήταν πολλοί και όπως τα ζώα πήγαιναν σε μια γραμμή, οι πλουμιστές κουβέρτες, οι φορεσιές των γυναικών και οι φουστανέλες έμοιαζαν σαν μια κινούμενη αλυσίδα, χάρμα οφθαλμών.
Τραγουδώντας ξεκινούσαν  οι συμπέθεροι και όταν πλησίαζαν στο σπίτι της νύφης  τραγουδούσαν:
ξύπνα περδικομάτα μου κι ‘ρθα στη γειτονιά σου
χρυσά πλουμίδια σου ‘φερα, να βάλεις στα μαλλιά σου
σαν ήρθες καλώς όρισες κι ας έκανες και κόπο
ήρθες και μας ομόρφυνες, τον άσχημο τον τόπο.
Όταν έφταναν έξω από το σπίτι της νύφης, το τραγούδι  σταματούσε και άρχιζαν οι τουφεκιές. Πρώτα έριχναν οι συγγενείς της νύφης, απαντούσαν οι συγγενείς του γαμπρού και ακολουθούσε πανδαιμόνιο, σωστός πόλεμος. Μερικές φορές κινδύνεψαν και άνθρωποι είτε από καμιά αδέσποτη σφαίρα είτε από κάποιο ζώο που με τόση φασαρία αφήνιαζε και τους γκρέμιζε.
Κάποιες φορές που οι συμπέθεροι έρχονταν νωρίτερα από την προκαθορισμένη ώρα, οι συγγενείς της νύφης δεν τους άφηναν να μπουν στο σπίτι. Καμιά φορά δημιουργούνταν και κανένα μικροεπεισόδιο, εικονικό ή πραγματικό.
Όταν έμπαιναν στο σπίτι της νύφης που συνεχιζόταν το γλέντι και μετά τα κεράσματα, ολοκλήρωναν το στόλισμα και το πόδεμα της νύφης και όλοι μαζί πήγαιναν στην εκκλησία για την τελετή.

Πριν αρχίσουν τα στέφανα, όταν ο πατέρας της νύφης είτε ταμένη προίκα σε χρήματα (συνήθως λίρες) η καταμέτρηση γινόταν πάνω στο ευαγγέλιο και ήταν απαράβατος όρος για να συνεχιστεί το μυστήριο.
Μερικές φορές που η νύφη έμενε μακριά από το χωριό τα στέφανα γινόταν στο σπίτι της νύφης.
Τη στιγμή που το ζευγάρι χόρευε το χορό του Ησαΐα, έξω από την εκκλησία οι τουφεκιές έπεφταν βροχή.
Αφού τελείωνε η θρησκευτική τελετή, οι συμπέθεροι μαζί με το νιόπαντρο  ζευγάρι ξεκινούσαν για το χωριό και σπίτι του γαμπρού. 

gamos%20(1).jpg

Το άλογο ή μουλάρι που ήταν καβάλα η νύφη το έσερνε ένας συγγενής του γαμπρού.
Στο δρόμο όταν συναντούσαν κάποιον, η νύφη έκανε βαθιές υποκλίσεις και με τον τρόπο αυτό «προσκυνούσε». Αυτό ήταν ένα έθιμο τούρκικης προέλευσης από την εποχή της τουρκοκρατίας στη χώρα μας.
Λίγο πριν φτάσουν στο χωριό  δυο – τρείς νέοι συμπέθεροι με γρήγορα άλογα ξέκοβαν και πήγαιναν καλπάζοντας και πριν από τους υπόλοιπους στο σπίτι του γαμπρού. Αυτοί ήταν οι λεγόμενοι ‘’συχαριάτες’’ που ‘παίρναν  τα συχαρίκια φέρνοντας τη χαρούμενη είδηση, ότι έρχονται οι συμπέθεροι με τη νύφη. Αφού τους κέρναγαν, τους κάνανε και ένα δώρο,  κρέμαγαν και ένα μαντίλι στο λαιμό του αλόγου και αυτοί ξαναγύριζαν πίσω για να μπουν στη σειρά τους με τους υπόλοιπους συμπεθέρους.
Πλησιάζοντας στο χωριό οι συμπέθεροι τραγουδούσαν και τουφέκιζαν. Όταν έφταναν στο σπίτι του γαμπρού κατέβαιναν όλοι από τα ζώα εκτός από τη νύφη.  
Η νύφη παρέμενε καβάλα και προσκυνούσε  κάνοντας υποκλίσεις. Προς το μέρος που κοίταζε μαζεύονταν αρκετοί νέοι και νέες και της τραγουδούσαν:
πέζα μήλο μ’ πέζα ρόιδο μ’ πέζα κόκκινο κορόμπλο μ’
δεν πεζεύω καμαρώνω, τα παπούτσια μου λερώνω
θέλω κέρασμα βαρύ, απ’ τον πρώτο συγγενή.
Πράγματι ο  πρώτος συγγενής πεθερός ή πρωτοκούνιαδος έταζε ένα δώρο στη νύφη, συνήθως ένα ζώο θηλυκό πρόβατο ή γίδι ή γελάδι για να κάνει προκοπή.
Αν ο γαμπρός είχε αδέρφια στην ξενιτιά που δεν θα ξαναγύρναγαν στο χωριό και δεν τους ενδιέφερε η περιουσία, τότε λέγανε στη νιόφερτη ‘’πέτρα χώμα και κλαρί’’ που σήμαινε ότι όλη η περιουσία πάει στο γαμπρό και σε κείνη.
Τότε η νύφη πέταγε το μήλο που ήταν γεμάτο κέρματα προς το μέρος των νέων και όποιος το έπιανε θα είχε καλή τύχη και θα παντρευόταν την ίδια χρονιά.
Τέλος η νύφη ξεπέζευε και βάζανε πάνω στο ζώο να καθίσει ένα μικρό αγόρι ώστε το ζευγάρι να αποκτήσει αρσενικά παιδιά.
Στη συνέχεια οδηγούσαν τη νύφη μέσα στο σπίτι που έμπαινε με το δεξί πόδι πατώντας ένα σίδερο, για να είναι δυνατή και σιδερένια. Την υποδεχόταν η πεθερά η οποία την τάιζε μέλι και καρύδια, για να χει το ζευγάρι γλύκες και νοστιμιές στη ζωή του.
Τέλος η νύφη έπαιρνε τη θέση της δίπλα στο γαμπρό και τον κουμπάρο, με το γλέντι να ξεκινά ξανά και μάλιστα πιο επίσημο αφού τώρα είχαν και τη νύφη μαζί τους.
Στο γλέντι της Κυριακής λέγανε και πολλά τραγούδια της ταύλας που αναφερόταν στο γεγονός.
Η  νύφη έσερνε τον πρώτο χορό και την κρατούσε ο κουμπάρος (νονός) ο οποίος παράγγελνε στα όργανα ένα σιγανό συρτό  τραγούδι και έριχνε χρήματα στα όργανα. Εκτός από το νονό στα όργανα έδιναν χρήματα όταν χόρευε η νύφη και ο γαμπρός και άλλοι συγγενείς.
Φυσικά τα κεράσματα και οι τουφεκιές πάνε σύννεφο.
Τη νύφη την κρατάνε και άλλοι συγγενείς μέχρι που ο νονός τη δίνει στο γαμπρό να την κρατήσει και τέλος να τους κρατήσει και τους δύο.
Ο γαμπρός συνήθως χόρευε ανεπιφύλακτα  τσάμικους και πηδηχτούς χορούς.
Όταν η νύφη κουραζόταν, ένα μικρό παιδί πήγαινε και τους  “χώριζε” και ο νονός οδηγούσε τη νύφη στη θέση της για να ξεκουραστεί.
Το γλέντι συνεχιζόταν όλη νύχτα και μέχρι το μεσημέρι της Δευτέρας.
Το τραπέζι της Δευτέρας ήταν εξολοκλήρου προσφορά του νονού, κρέατα, κλούρια, γλυκά, κρασιά και όλα πλουσιοπάροχα, γι αυτό επεκράτησε να λέγεται «το γιομάτο του νονού». Εκεί αφού έτρωγαν, έπιναν,  χόρευαν και γλεντούσαν, ευχόταν στο νονό να του ζήσουν τα νιόγαμπρα, πάντα νονός και τιμημένος κ.α.

 

World Time

Follow us

Facebook Twitter Youtube

Δημοσκόπηση

ποιά θέματα προτιματε
 

Ημερολόγιο

Ιανουάριος 2018
ΔΤΤΠΠΣΚ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031

Εορτολόγιο

η ημέρα, η εβδομάδα του έτους