Η νύφη ήταν θερμόαιμη
Οι Βρουβιανίσοι  παλαιότερα αν και ζούσαν κάτω από σκληρές και αντίξοες συνθήκες, διακρινόταν για το πηγαίο έντονο «χιούμορ» που διέθεταν. Η παρακάτω ιστορία το επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά. Στα Βρουβιανά λοιπόν πριν από αρκετά χρόνια  ζούσαν  δυο ξαδέλφια, ο Βασ(ι)λάκ(η)ς και ο Αποστόλης. Ο μπάρμπα Βασ(ι)λάκ(η)ς ήταν άνθρωπος σεβάσμιος, λιγομίλητος και σοβαρός. Ο μπάρμπα Αποστόλης άνθρωπος δαιμόνιος, σπιρτόζος, καλαμπουρτζής και μεγάλο πειραχτήρι.Όταν ο γιός του μπάρμπα Βασ(ι)λάκ(η) έφτασε σε ηλικία γάμου,ο πατέρας του φρόντισε να του βρει νύφη. Έτσι γινότανε τότε οι παντρειές, με  προξενιά.
Αφού λοιπόν έκανε τη σχετική έρευνα και έμαθε διάφορες πληροφορίες για την κοπέλα, αποφάσισε να πάνε να δούνε και να γνωρίσουν  από κοντά την υποψήφια νύφη.
Στην αποστολή συμμετείχαν εκτός από τον γαμπρό και τον πατέρα του και δυο-τρείς ακόμα συγγενείς. Ο μπάρμπα Βασ(ι) λάκ(η)ς θεώρησε σημαντικό να πάρει μαζί και τον ξάδελφο του Αποστόλη, ποντάροντας στην εξυπνάδα του, που πιθανόν να του ήταν χρήσιμη σε κάποια ιδιαίτερη περίπτωση .

Αφού έφτασαν στο χωριό της υποψήφιας  νύφης, γνωρίστηκαν με τους συμπεθέρους και την κοπέλα φυσικά. Καλή η κοπέλα και από εμφάνιση και νοικοκυρά, όπως φάνηκε  από το τρατάρισμα.
Συζήτησαν πολλά και διάφορα, έφτασαν και στο «ζουμί»  την προίκα, την ημερομηνία του γάμου και όλες τις λεπτομέρειες και αφού συμφώνησαν σε όλα, έδωσαν «λόγο», που τότε σήμαινε ουσιαστικά αρραβώνα.
Αφού αντάλλαξαν ευχές, ήπιαν  και το σχετικό  κρασάκι τους  έτσι για να στεριώσει το συμπεθεριό. Κάπου  τα μεσάνυχτα έπεσαν και για ύπνο με το ροχαλητό να μην αργεί να ξεκινήσει.

Ο Αποστόλης όμως ύπνο δεν είχε. Από πολύ ώρα σκεφτόταν  τι φάρσα θα σκάρωνε στον ξάδελφο του και τελικά τη βρήκε.
Πάει λοιπόν με πολύ προσοχή εκεί που κοιμόταν ο ξάδελφος του, βάζει το χέρι του κάτω από τα σκεπάσματα και αφού τον σκούντησε πονηρά και ελαφρά, του λέει κάνοντας τη φωνή του όσο μπορούσε γυναικεία και απαλή:
-ο πατέρα να σ΄φκιάσου ένα καφέ;
-όχ(ι) πιδάκι μ’, τι καφέ να μ’ φκιάις τέτοια ώρα .(αποκρίνετε εκείνος και άρχισαν να τον «ζώνουν να φίδια»).
Δεν πέρασαν δέκα λεπτά και  ξανά το ίδιο βιολί ο Αποστόλης, μόνο που τώρα άλλαξε το ρόφημα.
-ο πατέρα  μάκι θέλτς να σ’ φκιάσου τσιάι;
-δε θέλου τίπουτα, αφσέμι  ήσυχου. (αποκρίνεται ξανά εκείνος και άρχισε να τον πιάνει κρύος ιδρώτας.
Έπειτα από λίγο ήρθε και η ώρα του φαγητού και του πρωτινέ ξανά με την ίδια απαλή φωνή.
-ε  πατέρα μάκι θέλτς να σ’ βράσου τραχανά;
Εδώ ήταν που ο μπάρμπα Βασ(ι)λάκ(η)ς παραλίγο να εκραγεί με απρόβλεπτες συνέπειες. Κρατήθηκε όμως από ντροπή και σεβασμό προς τους ανθρώπους που τον φιλοξενούσαν και απάντησε  κάπως εκνευρισμένα:
-αυτό π’ θέλου είν’ να μ’ αφίξ  ήσυχου όσου να φέξ(ι) κι τότι θα τα πούμι!

Το πρωί μόλις ξύπνησαν λέει στους άλλους να ετοιμάζονται και καλεί παραπέρα το συμπέθερο κάτι να του πει.
-συμέθιρι ειμείς φέβγουμι αμέσους, κι ότ΄ είπαμι χτές  ξέχνα του . Του συμπιθιργιό δε γενιτι!
-μα γιατί; (ρωτάει ο άλλος έκπληκτος)  τι έγινε και άλλαξες γνώμη; Μήπως θέλεις περισσότερη προίκα;
-ούτι προίκα θέλου, ούτι να ξέρου τίπουτα για σας (του απαντά) κι του καλό π’ σ’ θέλου  να σ(ι)μάις  τ’ γκουπέλα ς !  (τον συμβουλεύει)
-γιατί τι έκανε; (ρωτάει ο συμπέθερος που κόντεψε να πάθει έμφραγμα)
-ακόμα καλά-καλά δεν αραβώνιασι κι απόψι μ’ ρίχκι τρεις βούλες! (του λέει ο Βασ(ι)λά(η)ς  και συνέχισε να του εξιστορεί τα νυχτερινά συμβάντα.)

Σε αυτό το κρίσιμο σημείο, εμφανίζεται ο Αποστόλης με δυο συγγενείς της νύφης που τους είχε εκ των προτέρων ενημερώσει για τη φάρσα που είχε σκαρώσει και το αποκάλυψαν στους δυο συμπεθέρους.
Χρειάστηκε όμως αρκετός  κόπος για να πείσουν τον μπάρμπα Βασ(ι)λάκη ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Όντος όμως πείστηκε, ζήτησε συγνώμη από τον συμπέθερο για όσα του είπε λίγο πριν για την κόρη του «που η ίδια φυσικά δεν ήξερε τίποτα» και αφού όλοι γέλασαν με την ψυχή τους έκλεισε και η συμπεθεριά.




 

World Time

Follow us

Facebook Twitter Youtube

Δημοσκόπηση

ποιά θέματα προτιματε
 

Ημερολόγιο

Νοέμβριος 2017
ΔΤΤΠΠΣΚ
12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930

Εορτολόγιο

η ημέρα, η εβδομάδα του έτους