Ο φίλος του υπουργού
Ο μπάρμπα Βασ(ι)λάκ(ι)ς  γέροντας αγνός και σεβάσμιος  από τα Βρουβιανά , είχε μεγάλη εκτίμηση από όλους τους Βαλτινούς αλλά και την ευρύτερη περιοχή.
Ήταν δε από τους λίγους που δεν «φράγκεψε». Πέθανε φορώντας τσαρούχια με φούντα, τσιακτσίρα  και φαρδομάνικα.Αυτός ο σεβαστός γέροντας πριν περίπου 50-60 χρόνια κατέβηκε στην πρωτεύουσα.      
Αφού τακτοποίησε διάφορες δουλειές, πήγε να ανταμώσει το φίλο του και συμπατριώτη μας, Υπουργό τότε Αντρέα Στράτο.
Φτάνοντας στο υπουργείο ρωτάει το φρουρό:
-δε μ’ λές ορέ  πτσαρούλα είν’ απάν ου Αντρίας;
-ποιος Αντρίας;  δεν έχουμε τέτοιο όνομα εδώ (απαντά ξαφνιασμένος ο φρουρός)
-τι λες ορέ μσκάρ΄ τουν  Υπουργό τουν Αντρία Στράτου θέλου κι ΄μ’λές  οτ’ δεν τουν έχιτι!(του ξαναλέει ο μπάρμπα Βασιλάκης)
Συνειδητοποιώντας ο φρουρός ποιόν ήθελε του απαντάει:
-ο κύριος Υπουργός έχει συμβούλιο και δεν δέχεται κανένα.
-ορέ ιγώ σι ρουτάου αν τουν είν’ ιδώ, όχ(ι) τι φκιάν(ι) (του λέει με κοφτό ύφος ο γέροντας)

Αφού δεν γινόταν αλλιώς, έγινε το σχετικό τηλεφώνημα στον Υπουργό που έδωσε αμέσως το πράσινο φώς για να ανέβει ο φίλος του  στο γραφείο του.
Έλα όμως που ο μπάρμπας δεν ήθελε να ανέβει με το «μσαμσέρ» (όπως  έλεγε το ασανσέρ).
Τέλος με τα πολλά έφτασε στο γραφείο του Υπουργού. Αφού αγκαλιαστήκαν και φιληθήκαν λέει στον Υπουργό για τους υπηρεσιακούς παράγοντες:
-Ο Αντρία,  πρόγκα τς (διώξ΄ τους)  αφνούς γιατί τς ματαβρίσκς! Ιγώ άμα αργίσου να πάου στα πραματά μ΄, (το κοπάδι του) θα μ’ τα φάει του ζλάπ (ο λύκος) κι δεν τα ματαβρίσκου.
Πράγματι έτσι έγινε.
Ο μπάρμπα Βασιλάκης φυσικά, την γκλίτσα δεν την αποχωρίστηκε ούτε στο γραφείο του υπουργού.
Βλέποντας ο υπουργός την μακριά γκλίτσα του φίλου του, του λέει:   
- Τι την θες τη γκλίτσα Βασιλάκη;  εδώ δεν έχουμε σκυλιά.
-  Ορέ έχιτει κάτ ζαγάργια, εικί ζ μπόρτα, π’ παραλίγου να τα μακιλέψου! (απαντά εκείνος, που δεν του είχαν περάσει τα νεύρα ακόμα).
- Κάθισε Βασιλάκη, (του λέει ο  υπουργός χαμογελώντας και του έδηξε την πολυθρόνα).
- ο μπάρμπας προχώρησε και κάθισε στο τραπεζάκι.
- Βασιλάκη, εδώ είναι Αθήνα και καθόμαστε στις πολυθρόνες, όχι στα τραπέζια (του λέει ο υπουργός, κάπως παρατηρητικά αυτή τη φορά).
- Ά  Αντρία μ’, όταν έρχισι ισύ στου χουργιό, δε ζ  λέου ιγώ που να κάτς, κάθισι όπ θέλτς  μαναχός  (απαντά αυθόρμητα εκείνος).      

Τέλος αφού είπανε τα δικά τους, ο υπουργός κανόνισε να τον πάνε κάποια δικά του παιδιά, να  διασκεδάσει.   
Φυσικά σαν Βαλτινός και ο υπουργός δεν του έλειπε το χιούμορ. Κανόνισε  για τη διασκέδαση του φίλου του, ένα διαφορετικό μαγαζί. «Το Κόπα Καμπάνα».
Το κόπα καμπάνα, δεν είχε κλαρίνα και χορούς που ήξερε ο μπάρμπα  Βασιλάκης, αλλά ακαταλαβίστικη μουσική και μπαλέτο με ημίγυμνες χορεύτριες.

Όταν ο μπάρμπα Βασιλάκης γύρισε στο χωριό, μαζεύτηκαν αρκετοί  χωριανοί για να μάθουν τα νέα από την πρωτεύουσα:
-Για πες μας μωρέ Βασ(ι)λάκη, πως τα πόριψεις ζν Αθήνα;     
-Καλά τα πόριψα, καλά κι ου υπουργός, καλή κι Αθήνα. Αλλά ακούτει ρε πιδγιά, μι πείγαν κάτ πτσαρούλιδεις  τ’ Αντρία σ’ ένα μαγαζί, που είδα θάματα. Κούπα καμπάνα τόλιγαν.
- τι είδες μπάρμπα, (τον  ξαναρωτάνε)
- ντέπουμι ντίπ  να σας που. Είχει   κάτ  ξιβράκουτεις.
Ούτι τ’ Βασ(ι)λάκινα δεν είιδα έτσι!

 

World Time

Follow us

Facebook Twitter Youtube

Δημοσκόπηση

ποιά θέματα προτιματε
 

Ημερολόγιο

Νοέμβριος 2017
ΔΤΤΠΠΣΚ
12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930

Εορτολόγιο

η ημέρα, η εβδομάδα του έτους