Τα φουσέκια του μπάρμπα Γιώργου
Πριν από αρκετά χρόνια στα βουνά, κυρίως πάνω από τα Βρουβιανά, υπήρχε αρκετή βλάστηση και άφθονο κυνήγι. Είχε  τόσους πολλούς λαγούς  που δεν χρειαζόταν να είναι κανείς κυνηγός για να γευτεί το νόστιμο κρέας τους. Αρκούσε μόνο ένα όπλο και ας βάραγες «στο γάμο του καραγκιόζη», λαγό θα σκότωνες.

Όμως ο μπάρμπα Γιώργος είχε το μεράκι του κυνηγού και φρόντισε να έχει τον κατάλληλο εξοπλισμό.
Έτσι προμηθεύτηκε ένα μονόκαννο, μηχανή γεμίσματος φυσιγγίων, φυσέκια, σκάγια, καψούλια, όλα σχεδόν τα σύνεργα του κυνηγίου. Αγόρασε επίσης και δυο «ζαγάργια» και έτσι καθιερώθηκε  ως κυνηγός της περιοχής.
Όπως όλοι σχεδόν  οι κυνηγοί μεγαλοποιούν τα πράγματα και υπερηφανεύονται για τα κατορθώματα τους , έτσι και ο μπάρμπα Γιώργος έβαζε ένα κάρο σάλτσες  και αρμάθιαζε  ένα σορό ψέματα για να πιστέψουν οι άλλοι στη μεγάλη του κυνηγετική δεινότητα.   
Κουβέντα δε σήκωνε όταν βάραγε κανένα λαγό.

Όμως ένας ξάδελφος του  ΄΄ο Αποστόλης΄΄  δαιμόνιος άνθρωπος, του τη φύλαγε και του είχε τάξει να του κάνει τέτοια πλάκα που να το «φυσάει και να μην κρυώνει».

Μια μέρα που ο μπάρμπα Γιώργος βρισκόταν στο ξεκαλοκαιριό αλλά φεύγοντας έκτακτα δεν πείρε μαζί του το όπλο του, ο Αποστόλης βρήκε την ευκαιρία που γύρευε.
Πάει λοιπόν  στο σπίτι του πείρε μερικά άδεια  φυσίγγια, τους έβαλε κανονικά τα καψούλια και αντί για σκάγια τους έβαλε σιτάρι. Έβαλε τα φυσίγγια στην αρμάθα, γέμισε και το όπλο και παρέα με πέντε-έξι ακόμα, περίμενε το μπάρμπα Γιώργο να έρθει  για τη μεγάλη πλάκα.

Κατά το μεσημέρι έφτασε εκείνος και καθισμένοι στον ίσκιο της σκαμνιάς, στην άκρη του κήπου άρχισαν την κουβεντούλα. Σε κάποια στιγμή έφτασε η κουβέντα στο κυνήγι και λέει ο μπάρμπα Γιώργος:
-ε ρε τι έπαθα σήμιρα να μην έχου του τφέκ(ι) κουντά μ’ θα να’τρουγαμει λαγό!
-σώπα ρε  π’ μπουρείς ισύ να βαρέεις λαγό, κάποιους άλλους σ’ δίν(ει) κανέναν κανιά φουρά κι μας κάντς τουν κάργα! Του λέει ο Αποστόλης.
Βαριά η κουβέντα αυτή για το μπάρμπα Γιώργο και κουβέντα την κουβέντα του πετάει το γάντι ο Αποστόλης:
-άμα είσι τόσου καλός κυνηγός όπους λες, σι προυκαλού! Εχς δέκα κνέλια, πάρε του τφέκ(ι) κι άμα πτίχς κανένα, βάνου οτ θέλτς στοίχημα κι του πληρώνου κιόλας να του φάμει!
Σε αυτή την πρόκληση δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς ο μπάρμπα Γιώργος και αμέσως φωνάζει στη γυναίκα του:
-ο Γιώργινα, φέρι μ’ του τφέκ(ι) κι τα φσέκια γλήγουρα!
Αφού τα έφερε εκείνη ο μπάρμπα Γιώργος αρπάζει το τουφέκι σημαδεύει το κουνέλι στα δέκα μέτρα, πατάει τη σκανδάλη και με το «μπάμ»,  ενώ ήταν έτοιμος να πανηγυρίσει βλέπει το κουνέλι να φεύγει πέντε μέτρα πιο πέρα και να λουφάζει σε ένα θάμνο στην άκρη του φράχτη.
Του λύθηκαν τα γόνατα στην αρχή αλλά βρήκε την ψυχραιμία να ρίξει μια τουφεκιά ακόμα, αλλά και πάλι τίποτα.
Οι υπόλοιποι της παρέας αυτό περίμεναν για να αρχίσουν τη μεγάλη πλάκα. Όμως ο μπάρμπα Γιώργος πήγε να σκάσει από το κακό του, πώς να δικαιολογηθεί, τέτοια αστοχία στα δέκα μέτρα!

Τέλος αφού έσφαξαν και έφαγαν το κουνέλι, πέρασε περίπου ένας μήνας που ο μπάρμπα Γιώργος δεν τολμούσε να βγάλει άχνα περί κυνηγιού.
Κάποιος φίλος του όμως που δεν άντεχε να τον βλέπει να μαραζώνει του πρόδωσε το μυστικό. Ο μπάρμπα Γιώργος περιχαρής άρχισε να πετάει στα σύννεφα, ε δεν ήταν δυνατόν αυτός να έχει τέτοια αστοχία!
Τον στενοχώρησε όμως που «ξεφούσκωσε» το ζήτημα και δεν μπορούσε να ανταποδώσει στον ξάδελφο του την πλάκα.
Συνέχισε όμως πιο επιθετικά  στο παραμύθιασμα, όταν κατά τύχη σκότωνε κανένα λαγό ή ακόμα και κοτσύφι.                             



 

World Time

Follow us

Facebook Twitter Youtube

Δημοσκόπηση

ποιά θέματα προτιματε
 

Ημερολόγιο

Νοέμβριος 2017
ΔΤΤΠΠΣΚ
12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930

Εορτολόγιο

η ημέρα, η εβδομάδα του έτους