Παραδοσιακά επαγγέλματα
Παραδοσιακά επαγγέλματα - Σελίδα 2
ΓΥΡΟΛΟΓΟΣ (πραματευτής)
Γυρολόγος (Πραματευτής) :   Έφερνε παλιά στα χωριά, φορτωμένος ή με το ζώο ότι μπορούσε να φανταστεί κανείς. Υφάσματα  με τον πήχη, πουκάμισα, κάλτσες, κλωστές, εσώρουχα, κουμπιά, λάστιχο, κουβαρίστρες, τσατσάρες, χτένια, βαφές και πολλά άλλα ακόμα. Η πληρωμή γίνονταν συνήθως σε είδος.
Το επάγγελμα του πλανόδιου εμπόρου, που γυρνούσε στα χωριά και στις γειτονιές, ασκούσαν επαγγελματίες διαφόρων ειδικοτήτων, που ήταν συχνά και παραγωγοί του προϊόντος.
Οι έμποροι αυτοί μετέφεραν το εμπόρευμά τους στους ώμους ή πάνω στο υποζύγιο που τους συνόδευε.  

ΔΕΡΜΑΤΑΣ (τομαράς)

Αγόραζε δέρματα (τομάρια) από σφαγμένα ζώα. Τα παραλάμβανε στο μαγαζί του ή πήγαινε ο ίδιος στα χωριά και τα μετέφερε.
Στη συνέχεια τα καθάριζε, τα αλάτιζε με χοντρό αλάτι και μετά τα τέντωνε, τοποθετώντας ενδιάμεσα ξύλα, για να ξεραθούν και να μη σαπίσουν ή βρωμίσουν.
Όταν συγκέντρωνε μια σημαντική ποσότητα τα πήγαινε στον έμπορα, ο οποίος τα προωθούσε στο εργοστάσιο επεξεργασίας δερμάτων, το βυρσοδεψείο.
Από τα ακατέργαστα δέρματα, πολλά τα χρησιμοποιούσαν για μικρά χαλιά, άλλα τα έκαναν τσαρούχια (που αν ήταν από γουρούνια τα έλεγαν γουρνοτσάρουχα) ή παπούτσια, ενώ άλλα τα έκαναν τύμπανα, γκάιντες  κλπ.

ΖΩΕΜΠΟΡΟΣ (τσαμπάσης)
Τις αγοραπωλησίες των ζώων αναλάμβαναν οι ζωέμποροι, που ονομάζονταν και "τσαμπάσηδες."
Επίκεντρο των αγοραπωλησιών αποτελούσαν οι ζωοπανηγύρεις που συνόδευαν συνήθως τις εορταστικές και εμπορικές δραστηριότητες των μεγάλων πανηγυριών .
Εκτός από τους ντόπιους ζωέμπορους, την περιοχή επισκέπτονταν τότε και μεταπράτες από την υπόλοιπη Ελλάδα, για να διαπραγματευτούν με τους ντόπιους την αγοραπωλησία ζώων.

ΚΑΦΕΝΤΖΗΣ-ΜΠΑΚΑΚΑΛΗΣ
Καφετζής:
Από τα παλιότερα επαγγέλματα, με το καφενείο να είναι ο χώρος συγκέντρωσης και το μοναδικό μέσο διασκέδασης.
Στα χωριά, ήταν μαζί καπηλειό, μπακάλικο και μικρό μαγειρείο. Εκεί μαζεύονταν οι άνδρες και περνούσαν την ώρα τους πίνοντας, γλεντώντας και σχολιάζοντας.
Οι γυναίκες έμπαιναν σε καφενεία των χωριών μόνο σε ειδικές περιστάσεις, όπως σε κάποια χειμερινά πανηγύρια ή γαμήλια γλέντια που γίνονταν εκεί.
Οι καφετζήδες ήταν οι ιδιοκτήτες ή διαχειριστές των καφενείων. Το καφενείο ήταν ανοιχτό από νωρίς το πρωί και δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο, μόνο μερικά ξύλινα ράφια κι ο πάγκος με τη γκαζιέρα, τα μπρίκια και τα φλιτζάνια. Με ψάθινες καρέκλες και ξύλινα τετράγωνα τραπέζια κι έναν καλοσυνάτο καφετζή.
Για θέρμανση είχαν τις ξυλόσομπες και ο φωτισμός τους, πριν την ηλεκτροδότηση γίνονταν με λάμπες πετρελαίου.
Ο καφετζής έψηνε τους καφέδες, στον ιδιαίτερο χώρο του, πίσω από τον ξύλινο πάγκο, όπου έφτιαχνε και κάνα μεζέ (συνήθως κονσέρβα)  κυρίως για ούζο η τσίπουρο.

Μπακάλης:
Πνιγμένος στα ράφια με τις κονσέρβες, τις ζάχαρες τα ζυμαρικά και όλα τα απαραίτητα για το μαγείρεμα της νοικοκυράς. Τα περισσότερα χύμα και αγορασμένα βερεσέ. Χωρίς ψυγείο, πουλούσε όλα τα βασικά είδη και τρόφιμα χύμα. Συνήθως, το μπακάλικο ήταν εμπορικό και καπηλειό.
Σήμερα με τους όρους που διαμορφώθηκαν από την σύγχρονη οικονομία και την επικράτηση των σούπερ μάρκετ τα μπακάλικα στις πόλεις  χάθηκαν, αλλά στα χωριά μας   λειτουργούν ακόμα.

ΜΕΤΑΠΡΑΤΗΣ (ματαπράτσας)
Ο μεταπράτης, γυρνώντας από χωριό σε χωριό με φορτιάρικο  ζώο ( γάιδαρο ή μουλάρι) αγόραζε μικρές ή μεγάλες ποσότητες προϊόντων από τους χωρικούς τα οποία και μεταπουλούσε σε άλλα χωριά με διάφορο κέρδος.
Στους μεταπράτες ανήκουν και οι  πραματευτάδες.

ΜΥΛΩΝΑΣ
Οι άνθρωποι παλιά φρόντιζαν δυο φορές το χρόνο, (φθινόπωρο - άνοιξη), για την παρασκευή του σταρένιου ή καλαμποκίσιου αλευριού.
Μετέφεραν τα τσουβάλια τους το πρωί στο μύλο για άλεσμα και επέστρεφαν το βράδυ.    
Αλευρόμυλοι υπήρχαν σε όλα τα χωριά , οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν υδρόμυλοι, δηλαδή τους κινούσε η δύναμη του νερού, οπότε τους έχτιζαν πάντα δίπλα σε ποτάμια και ρεματιές.  
Ο μύλος ήταν συνήθως και το σπίτι του μυλωνά. Κάτω από τις μυλόπετρες υπήρχε ένας μικρός χώρος, όπου ήταν εγκατεστημένος ο κινητός μηχανισμός, όπου έπεφτε από το βαγένι το νερό  και τον περιέστρεφε.
Ο αλεστικός μηχανισμός είχε δυο οριζόντιες κυλινδρικές μυλόπετρες, τη μια πάνω στην άλλη, με την κάτω ακίνητη. Το σιτάρι διοχετεύονταν ανάμεσά τους από μια τρύπα στο κέντρο της επάνω περιστρεφόμενης πέτρας.
Με την κίνηση το σιτάρι ή το καλαμπόκι συνθλίβεται ανάμεσα στις πέτρες και μετατρέπεται σε σκόνη.
Ως αμοιβή του ο μυλωνάς κράταγε ένα μέρος από τα αλεστικά ( του ξαγάρ 5-12%) και σπάνια έπαιρνε χρήματα. Οι υδρόμυλοι έπαιρναν ως αλεστικό δικαίωμα ένα "σινίκι" (= 6 οκάδες) για την άλεση 100 οκάδων σιτηρών.

ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΕΣ
Οι λαϊκοί οργανοπαίχτες ήταν περιφερόμενοι μουσικοί.  Αποτελούσαν ομάδα 2-3  ατόμων, που περιφέρονταν σε γάμους και πανηγύρια. Η κομπανία τους, η ζυγιά όπως αποκαλούνταν, είχε ένα βιολί, ντέφι (κοσκινάκι, όπως το λέγανε) και σπάνια καμιά κιθάρα.       
Αργότερα  προστέθηκαν άλλα όργανα, όπως κλαρίνο, που στη συνεχεία κυριάρχησε στα μουσικά δρώμενα της περιοχής μας.
Το ρεπερτόριό τους περιλάμβανε πολλά τραγούδια τοπικά και Ρουμελιώτικα, χορευτικά και αργά (επιτραπέζια). “Βαράτε βιολητζήδες”, ήταν η λαϊκή φράση.   
Στα χώρια μας πασίγνωστοι, τα τελευταία  χρόνια, ήταν οι Τσιουβαίοι.
Μουσικοί αυτοδίδαχτοι, που όμως ήξεραν να γλεντάνε τους ντόπιους, οι οποίοι τους προτιμούσαν από άλλους, πιθανών καλύτερους μουσικούς, λόγο και  του σπουδαίου τους χαρακτήρα. 

 

World Time

Follow us

Facebook Twitter Youtube

Δημοσκόπηση

ποιά θέματα προτιματε
 

Ημερολόγιο

Ιούνιος 2018
ΔΤΤΠΠΣΚ
123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930

Εορτολόγιο

η ημέρα, η εβδομάδα του έτους